βαγένι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βαγένι
- vaˈʝe.ni
Where it comes from
βαγένι < μεσαιωνική ελληνική βαγένι / βαγένιν / βαγένιον < βάγνα < μεσαιωνική λατινική vagna (βαρέλι) < αραβική ? (waghna) (μεγάλο δοχείο (οίνου))
:: ή < σλαβικής προέλευσης vagan / ваган + -ι (επηρεασμένο από τη μεσαιωνική ελληνική λαγένα < λατινική lagena)
noun βαγένι · βαγένια · βαγενιού · βαγενιών
- βαρέλι που προορίζεται για αποθήκευση κρασιού ※ Πρώτα–πρώτα ετοίμαζαν τα βαγένια —μεγάλα και μικρά— που θά ’βαζαν μέσα το κρασί. Τη χωρητικότητά τους τη μετρούσαν, πάντα, σε βαρέλλες (1 βαρ. - 52 οκ.). Τα βαγένια αρχίζουν από 12 βαρελλών μέχρι 28, και ήταν παλιότερα το καμάρι των κρασοπαραγωγών της Λευκάδας (Πανταζής Κοντομίχης, Τα γεωργικά της
Talk about this word "βαγένι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. βαγένι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%B9 "βαγένι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βαγένι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}