βαθυσκάφος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βαθυσκάφος

Where it comes from

βαθυσκάφος < λόγιο ενδογενές δάνειο: (άμεσο δάνειο) γαλλική bathyscaphe . Μορφολογικά αναλύεται σε βαθυ- + σκάφος

noun βαθυσκάφος · βαθυσκάφη · βαθυσκάφους · βαθυσκαφών

  1. ναυτικός όρος ειδικής κατασκευής αυτοπροωθούμενο υποβρύχιο σκάφος, που επιτρέπει την παρατήρηση και εξερεύνηση στα μεγάλα βάθη των ωκεανών, αποτελούμενο από μια σφαιρική καμπίνα για το πλήρωμα (παρόμοια με τη βαθύσφαιρα), η οποία αιωρείται κάτω από έναν πλωτήρα γεμάτο με κάποιο ελαφρύ και μη συμπιεζόμενο υγρό, συνήθως βενζίνη ※ Βαθυσκάφος. Παρόμοιο με τη βαθύσφαιρα, αλλά με ρυθμιστή πλευστότητας που του επιτρέπει να κανονίζει αυτόνομα το ρυθμό ανόδου/καθόδου χωρίς σύνδεση με σκάφος επιφάνειας μέσω καλωδίου.

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"βαθυσκάφος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CE%B8%CF%85%CF%83%CE%BA%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βαθυσκάφος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CE%B8%CF%85%CF%83%CE%BA%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82

Chicago

"βαθυσκάφος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CE%B8%CF%85%CF%83%CE%BA%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βαθυσκάφος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CE%B8%CF%85%CF%83%CE%BA%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}