βακτήριο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βακτήριο

Where it comes from

βακτήριο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βακτήριον, υποκοριστικό του βακτηρία (μπαστουνάκι - λόγω του σχήματος των πρώτων βακτηριδίων που παρατηρήθηκαν με μικροσκόπιο) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική bactérie < μεσαιωνική λατινική bacterium < αρχαία ελληνική βακτήριον)

noun βακτήριο · βακτήρια · βακτηρίου · βακτήριου · βακτηρίων

  1. βιολογία οργανισμός που ανήκει στο αυτόνομο βασίλειο μονοκύτταρων μικροοργανισμών που ζουν σαν σαπρόφυτα ή σαν παράσιτα ※ Τι είναι το μικροβίωμα; Είναι οι πληθυσμοί μικροοργανισμών σε έναν μοναδικό συνδυασμό βακτηρίων, ιών και μυκήτων που αποικούν σε όλους τους οργανισμούς, είτε πρόκειται για άνθρωπο, ζώο ή φυτό. Αλλά το μικροβίωμα δεν περιορίζεται μόνο σε ζωντανούς οργανισμούς: κάθε γραμμάριο εδάφους ή νερού κουβαλά

In English

  • bacterium single-celled organism with no nucleus or organelles

Talk about this word

Cite this
MLA

"βακτήριο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βακτήριο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF

Chicago

"βακτήριο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βακτήριο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}