βαλβίδα
Ελληνικά
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
βαλβίδα
- valˈvi.ða
Откуда оно
βαλβίδα
:* βαλβίδα στο στάδιο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βαλβίς από την αιτιατική τὴν βαλβίδα
:* μηχανική και ανατομική < απόδοση για τη γαλλική valve < λατινική valva (διπλό παραθυρόφυλλο) < volvere (κυλώ) με παρασύνδεση προς την αρχαία ελληνική βαλβίς
существительное βαλβίδα · βαλβίδες · βαλβίδας · βαλβίδων
- αυτό που ελέγχει την κατεύθυνση της ροής ενός ρευστού εντός ενός αγωγού. Διακρίνεται σε μηχανική και βιολογική: (εξάρτημα, μηχανική) Οι βαλβίδες στη μηχανή του αυτοκινήτου ελέγχουν πότε θα μπει η βενζίνη και πότε θα φύγουν τα καυσαέρια σε κάθε κύλινδρο.
- το ειδικό μέρος του σταδίου από το οποίο αθλητής εκτελεί ρίψεις ή το σημείο αποτυπώματος άλματος βαλβίδα για τη σφαιροβολία, σφυροβολία και τη δισκοβολία
По-английски
- valve device that controls the flow of a gas or fluid
Обсудить это слово "βαλβίδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%B2%CE%AF%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. βαλβίδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%B2%CE%AF%CE%B4%CE%B1 "βαλβίδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%B2%CE%AF%CE%B4%CE%B1.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {βαλβίδα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%B2%CE%AF%CE%B4%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}