βαλτός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βαλτός
- valˈtos
Sounds like βάλτος
Where it comes from
βαλτός < (βάζω) βαλ- + -τός
adjective βαλτός · βαλτή · βαλτό · βαλτού · βαλτής
- που τον έχουν βάλει, που βάλθηκε, που είναι βαλμένος
- που έχει εισχωρήσει, μετά από εντολή άλλων, σε μια ομάδα ατόμων παριστάνοντας τον ομοϊδεάτη τους, είτε για να τους παρακολουθεί είτε για να τους υποκινεί ή παρακινεί να κάνουν ενέργειες που, κανονικά, δεν θα έκαναν Τελικά ήταν βαλτός από τους γονείς μας για να μην πάμε στις διακοπές στα νησιά, αλλά να πάμε μαζί τους στο χωριό.
- που προσπαθεί επίμονα και με διάφορες δικαιολογίες και πλάγιους τρόπους να πετύχει κάτι στο οποίο δε συμφωνούν οι άλλοι Αυτός είναι βαλτός να μας γυρίσει πίσω, επιμένει ακόμα ότι τον πονάει η κοιλιά του.
Talk about this word "βαλτός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. βαλτός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CF%84%CF%8C%CF%82 "βαλτός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CF%84%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βαλτός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CF%84%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}