믹윈

βαπτιστήριο

Ελληνικά

AI 쉬운 말로

짧은 설명을 쓰는 중…

아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.

βαπτιστήριο

어원

βαπτιστήριο < ελληνιστική κοινή βαπτιστήριον < αρχαία ελληνική βαπτίζω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική baptistère ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική baptistry)

명사 βαπτιστήριο · βαπτιστήρια · βαπτιστήριου · βαπτιστηρίου · βαπτιστήριων · βαπτιστηρίων

  1. θρησκεία ανεξάρτητο ή παρακείμενο κτίσμα ναού, διαμορφωμένο για την τέλεση του μυστηρίου του βαπτίσματος, συχνά με κεντρική κολυμβήθρα και πλούσιο διάκοσμο

영어로

  • baptistry space where a baptismal font is located

이 단어에 대해 이야기하기

인용하기
MLA

"βαπτιστήριο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%80%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βαπτιστήριο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%80%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF

Chicago

"βαπτιστήριο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%80%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βαπτιστήριο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%80%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}