βαπόρι

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βαπόρι

  • vaˈpo.ɾi

Where it comes from

βαπόρι < (άμεσο δάνειο) ιταλική nave a vapore (ατμοκίνητο πλοίο, ατμόπλοιο), vapore < λατινική vapor (καπνός) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kwep (βρασμός, καπνός, κάπνισμα)

noun βαπόρι · βαπόρια · βαποριού · βαποριών

  1. μέσο μεταφορών, ναυτικός όρος το ατμόπλοιο, γενικά το μηχανοκίνητο πλοίο (όχι ιστιοφόρο) ※ Απάνω στο κατάστρωμα του βαποριού, ακουμπισμένοι στο πρυμιό παραπέτο, ο Αντώνης με τον Κωνσταντή αγναντεύουν τη γαλάζια απεραντοσύνη, που ξανοίγεται μπροστά στα μάτια τους. (Τάκης Αδάμος Καφεζυθεστιατόριον «Η Μεγάλη Ελλάς» [διήγημα] στο βιβλίο Για μια άσπρη μέρα: διηγήματα, 1981)

Similar: καράβι, πλοίο

Thesaurus

noun

Similar: καράβι, πλοίο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"βαπόρι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βαπόρι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%B9

Chicago

"βαπόρι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βαπόρι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}