βαραίνω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βαραίνω
- vaˈɾe.no
Where it comes from
βαραίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βαραίνω < αρχαία ελληνική βαρύνω < βαρύς
verb βαραίνω · βάρυνα · βάραινα · θα βαραίνω · να βαραίνω
- βάζω βάρος πάνω σε κάτι ή κάποιον
- στενοχωρώ, κουράζω ※ Οι σκέψεις αυτές βάρυναν ακόμα πιο πολύ την καρδιά. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
- έχω σχέση, καταλογίζω, επιρρίπτω μερίδιο ευθύνης ※ Η ευθύνη βέβαια δεν βαραίνει μόνο τους πολιτικούς προϊστάμενούς μας. Ανάλογη ευθύνη βαραίνει και όλους εμάς που ασχολούμαστε με τον τουρισμό καθώς επί σειράν ετών αποτύχαμε να πείσουμε την πολιτεία για τη σημασία και τη συνεισφορά του τομέα στην εθνική οικονομία. (* εφημερίδα Το Βήμα)
- παίζω σημαντικό ρόλο, σημαίνω πολλά
- γίνομαι (ή αισθάνομαι / νιώθω) πιο βαρύς ※ Ο Λάμπρος έχει βαρύνει με το φαγητό και τα ματάκια του βασιλεύουν. (Πέτρος Μάρκαρης (2020) Ο φόνος είναι χρήμα [μυθιστόρημα])
- κουράζομαι, δυσφορώ
Talk about this word "βαραίνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. βαραίνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89 "βαραίνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βαραίνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}