βαρβαρισμός

Ελληνικά

AI In parole semplici

Sto scrivendo una breve spiegazione…

Scritto da un'IA di casa a partire dalla voce qui sotto, nella tua lingua. La fonte è la voce stessa.

βαρβαρισμός

Da dove viene

βαρβαρισμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βαρβαρισμός < βαρβαρίζω < ονοματοποιημένη λέξη από το βαρ-βαρ που για τους αρχαίους Έλληνες συνιστούσε κάθε ακατανόητο ήχο που άκουγαν από τις γλώσσες άλλων λαών.

sostantivo βαρβαρισμός · βαρβαρισμοί · βαρβαρισμού · βαρβαρισμών · βαρβαρισμό · βαρβαρισμούς

  1. λανθασμένος τρόπος ομιλίας (και γραφής) που χαρακτηρίζεται από τη χρησιμοποίηση φτιαχτών ή διαφοροποιημένων λέξεων και την παραβίαση των γραμματικών κανόνων ή και την αισθητική της γλώσσας. διαφορετικός ο σολοικισμός. Ο βαρβαρισμός αφορά λανθασμένες μορφές της γλώσσας, όπως: «το αρεοπλάνο». Ο σολοικισμός αφορά συνακτικά, εκφραστικά λάθη

In inglese

Parla di questa parola

Cita
MLA

"βαρβαρισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βαρβαρισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"βαρβαρισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βαρβαρισμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}