βαρεμένος
Ελληνικά
AI بكلمات بسيطة
جارٍ كتابة شرح قصير…
كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.
βαρεμένος¹
من أين أتت
βαρεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος βαρώ
فعل βαρεμένος · βαρεμένη · βαρεμένο · βαρεμένου · βαρεμένης
- που τον έχουν βαρέσει, δαρμένος
- παράλογος ή τρελός μη δίνεις σημασία, ο άνθρωπος είναι βαρεμένος
Βαρεμένος²
من أين أتت
Βαρεμένος < βαρεμένος
اسم علم Βαρεμένος · Βαρεμένοι · Βαρεμένου · Βαρεμένων · Βαρεμένο · Βαρεμένους
- ανδρικό επώνυμο
تحدّث عن هذه الكلمة "βαρεμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. βαρεμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "βαρεμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.استشهد بهذا
@misc{micwyn_2026,
title = {βαρεμένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}