믹윈

βαριεστημένος

Ελληνικά

AI 쉬운 말로

짧은 설명을 쓰는 중…

아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.

βαριεστημένος

  • vaɾ.ʝe.stiˈme.nos

어원

βαριεστημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος βαριεστάω (χάνω την υπομονή μου) < → και δείτε τη λέξη βαριεστίζω. Γραφή με -ιε- με επίδραση του συνώνυμου βαριέμαι

: Επίσης με γραφή βαργεστημένος < βαργεστώ, βαργεστίζω (κατά την τουρκική vazgeçmek) & βασγεστώ.

: Δε σχετίζεται ετυμολογικά με το βαριέμαι < βαρέω

동사 βαριεστημένος · βαριεστημένη · βαριεστημένο · βαριεστημένου · βαριεστημένης

  1. που αισθάνεται ανία, πλήξη, κούραση για να κάνει κάτι

영어로

  • bored suffering from boredom

이 단어에 대해 이야기하기

인용하기
MLA

"βαριεστημένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βαριεστημένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"βαριεστημένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βαριεστημένος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}