βαρκάρης
Ελληνικά
AI بكلمات بسيطة
جارٍ كتابة شرح قصير…
كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.
βαρκάρης¹
- vaɾˈka.ɾis
من أين أتت
βαρκάρης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βαρκάρης. Συγχρονικά αναλύεται σε βάρκ(α) + -άρης
اسم βαρκάρης · βαρκάρηδες · βαρκάρη · βαρκάρηδων
- ο ιδιοκτήτης μιας βάρκας ή ο κωπηλάτης που την κινεί ※ 20ός αιώνας, ⌘ Γιάννης Ρίτσος, Προσχέδια [1954-1960], Νεκρό καλοκαίρι, στίχ. 77 (75-77).
Βαρκάρης²
من أين أتت
Βαρκάρης < + -άρης • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
اسم علم Βαρκάρης · Βαρκάρηδες · Βαρκάρη · Βαρκάρηδων
- ανδρικό επώνυμο
بالإنجليزية
- ferryman man who operates a ferry
تحدّث عن هذه الكلمة "βαρκάρης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. βαρκάρης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82 "βαρκάρης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82.استشهد بهذا
@misc{micwyn_2026,
title = {βαρκάρης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}