βαρύτιμος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βαρύτιμος¹

Where it comes from

βαρύτιμος < ελληνιστική κοινή βαρύτιμος (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική βαρύτιμος

adjective βαρύτιμος · βαρύτιμη · βαρύτιμο · βαρύτιμου · βαρύτιμης

  1. που έχει υψηλή τιμή ή μεγάλη αξία (χρησιμοποιείται συνήθως για πολύτιμα αντικείμενα) ※ Κάθε Αύγουστο στο Μπιλμπάο της Ισπανίας διαγωνιζόμενοι από όλο τον κόσμο προσπαθούν να κερδίσουν το βαρύτιμο τρόπαιο της πιο μεγάλης μουτσούνας / ασχημόφατσας σε έναν από τους πλέον διασκεδαστικούς διαγωνισμούς. (Τα πιο αξιοπερίεργα καλλιστεία του κόσμου, in2life.gr, 24/5/2022 https://www.in2life.

Βαρύτιμος²

Where it comes from

Βαρύτιμος < βαρύτιμος

proper noun Βαρύτιμος · Βαρυτίμου · Varytimos

  1. ανδρικό επώνυμο

Talk about this word

Cite this
MLA

"βαρύτιμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CF%8D%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βαρύτιμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CF%8D%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82

Chicago

"βαρύτιμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CF%8D%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βαρύτιμος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CF%8D%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}