βασίλισσα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βασίλισσα¹
- vaˈsi.li.sa
Where it comes from
βασίλισσα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βασίλισσα. Συγχρονικά αναλύεται σε βασιλ(ιάς) + κατάληξη θηλυκού -ισσα
noun βασίλισσα · βασίλισσες · βασίλισσας · βασιλίσσης · βασιλισσών
-
γυναίκα που ασκεί τη βασιλική εξουσία
Similar: άνασσα
- η σύζυγος του βασιλιά ※ την έχει σαν βασίλισσα! Με δικό της αυτοκίνητο, δούλες και παραδουλεύτρες, να'χει ράφτρες και κομμώτριες να την επισκέπτονται στο σπίτι, και δικό της οδηγό, ένα λεβεντόπαιδο (Χάρης Κ. Μεττής, Τα Κοράκια του Πόρτο Ράφτη και Άλλα Διηγήματα, εκδ. Ακακία, 2013)
- που είχαν ονομαστεί από το όνομα βασίλισσας η λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας
- πολυαγαπημένη βασίλισσα της καρδιάς μου
- η βασίλισσα
- για τα χαρτιά
Βασίλισσα²
Where it comes from
Βασίλισσα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή Βασίλισσα < αρχαία ελληνική βασίλισσα
proper noun Βασίλισσα · Βασίλισσες · Βασίλισσας · Βασιλισσών
- γυναικείο όνομα
In English
- queen powerful or forceful female person
Talk about this word "βασίλισσα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%83%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. βασίλισσα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%83%CE%B1 "βασίλισσα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%83%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βασίλισσα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%83%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}