βασιλίσκος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βασιλίσκος

Where it comes from

βασιλίσκος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βασιλίσκος, Μορφολογικά αναλύεται σε βασιλεύς + υποκοριστικό επίθημα -ίσκος

:* για τη σημασία, «ερπετό» < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή βασιλίσκος

noun βασιλίσκος · βασιλίσκοι · βασιλίσκου · βασιλίσκων · βασιλίσκο · βασιλίσκους

  1. υποτιμητικός χαρακτηρισμός για έναν ασήμαντο βασιλιά
  2. μυθικό τέρας που συμβολίζει το κακό
  3. ερπετό της Νότιας Αμερικής με χαρακτηριστικό λοφίο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"βασιλίσκος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βασιλίσκος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%82

Chicago

"βασιλίσκος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βασιλίσκος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}