βασιλεύω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βασιλεύω

  • va.siˈle.vo

Where it comes from

βασιλεύω είμαι βασιλιάς < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βασιλεύω. Δείτε και βασιλεύς, βασιλιάς

:* δύω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βασιλεύω.

verb βασιλεύω · βασίλευα · βασιλέψω · βασίλεψα · εβασίλευσα · βασιλευόμενος

  1. είμαι ο βασιλιάς μιας χώρας και την κυβερνώ
  2. για τον ήλιο δύω ※ Καὶ τώρα, ποῦ νὰ πάω;… Σὰν ἔρθ᾽ ὁ πατέρας σου;… Βασίλεψ᾽ ὁ ἥλιος… σουρούπωσε… θὰ νυχτώσῃ. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, Κεφάλαιο ΙΑ΄, 1903)
  3. figuratively, μεταφορικά για κάποιον που νυστάζει βασίλεψαν τα ματάκια του
  4. figuratively, μεταφορικά παρακμάζω
  5. κερδίζω το φλουρί στη βασιλόπιτα Σ' όποιον έπεφτε ο παράς, έλεγαν πως εκείνος «βασίλεψε»

Similar: ανάσσω, παρωχημένο

Thesaurus

In English

  • reign exercise sovereign power

Talk about this word

Cite this
MLA

"βασιλεύω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βασιλεύω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CF%89

Chicago

"βασιλεύω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βασιλεύω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}