βασιλικός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βασιλικός¹
- va.si.liˈkos
Where it comes from
βασιλικός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βασιλικός < βασιλεύς
adjective βασιλικός · βασιλική · βασιλικό · βασιλικού · βασιλικής
- που αναφέρεται ή ανήκει στον βασιλιά ※ Τους είχαν στο παλάτι, στην υπηρεσία της βασιλικής οικογένειας, όπου, σχετικώς, δεν κακοπερνούσαν και πολύ. (⌘ Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)
- λαμπρός, μεγαλοπρεπής ή πολυτελής, τόσο που θα ταίριαζε και σε βασιλιά
-
που στηρίζει τη βασιλεία, που προτιμά πολίτευμα με επικεφαλής βασιλιά (ή βασίλισσα)· (ουσιαστικοποιημένο, για πρόσωπα) ο οπαδός του βασιλιά και, (γενικότερα), ο υποστηρικτής βασιλείας ή της μοναρχίας (θηλυκό: βασιλική ή (λαϊκότροπο) βασιλικιά)
εκείνα τα χρόνια, τα βασιλικά κόμματα στη χώρα είχαν την πλειοψηφία του λαού με το μέρος τους
Similar: βασιλόφρονας, βασιλόφρων, μοναρχικός
Βασιλικός²
- va.si.liˈkos
Where it comes from
Βασιλικός < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Βασιλικός · Βασιλικοί · Βασιλικού · Βασιλικών · Βασιλικό · Βασιλικούς
- ανδρικό όνομα
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Βασιλικού)
In English
Talk about this word "βασιλικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. βασιλικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "βασιλικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βασιλικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}