βασκανία

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βασκανία

Where it comes from

βασκανία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βασκανία

noun βασκανία · βασκανίες · βασκανίας · βασκανιών

  1. η (μαγικού τύπου) κακή επίδραση που ασκείται πάνω σε κάποιον (ή κάτι) από άνθρωπο ο οποίος κοιτάζει με φθόνο ή με θαυμασμό που υποκρύπτει φθόνο ※ Η συγκεκριμένη κύλικα, που χρονολογείται μεταξύ του 530 και του 520 π.Χ., ονομάζεται συμβατικά «οφθαλμωτή» χάρη στους πελώριους οφθαλμούς, που κοσμούν εξωτερικά τις δύο πλευρές του αγγείου. Στους δύο μεγάλους οφθαλμούς έχει αποδοθεί αποτροπαϊκός συμβολισμός, που σχετίζεται με λαϊκές δοξασίες για τ

Similar: μάτιασμα

Thesaurus

noun

Similar: μάτιασμα

In English

  • evil eye wicked look conveying dislike or envy believed to be able to cause bad luck or i

Talk about this word

Cite this
MLA

"βασκανία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βασκανία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B1

Chicago

"βασκανία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βασκανία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}