βγάζω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βγάζω
- ˈvɣa.zo
Where it comes from
βγάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βγάζω < ἐβγάζω < αρχαία ελληνική ἐγβιβάζω < αρχαία ελληνική ἐκβιβάζω < ἐκ + βιβάζω.
verb βγάζω · έβγαλα · βγάζομαι · βγάλθηκα · βγαλμένος
- βγάζω κάποιον έξω: αποβάλλω ένα μαθητή από την αίθουσα
- εκδηλώνω βγάζω το άχτι μου: ξεσπάω, εκδηλώνω το θυμό μου
- μεταφέρω κάτι σε άλλη θέση από αυτήν που βρίσκεται γιατί εμποδίζει Βγάλε από μπροστά σου αυτή την καρέκλα.
- βγάζω τα ρούχα κάποιου: γδύνω κάποιον
- βγάζω τα ρούχα μου: γδύνομαι
- αφαιρώ με εγχείριση κάποιο όργανο του σώματος του έβγαλαν το δόντι/τη χολή/τη σπλήνα
- εξαρθρώνω Πάλι έβγαλα τον ώμο μου.
- τραυματίζω Κοίτα μη βγάλεις το μάτι σου μ' αυτό το ψαλίδι.
- εξάγω ένα συμπέρασμα ή τη λύση μιας μαθηματικής πράξης ή προβλήματος
- καταφέρνω να διαβάσω κάτι Χωρίς τα γυαλιά του, δεν τα βγάζει τα γράμματα.
- παράγω Αυτή η μηχανή βγάζει 1000 κομμάτια τη μέρα.
- κερδίζω (για εισόδημα) Πόσα λεφτά βγάζεις το χρόνο;
In English
Talk about this word "βγάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B3%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. βγάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B3%CE%AC%CE%B6%CF%89 "βγάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B3%CE%AC%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βγάζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B3%CE%AC%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}