Βεγγαλέζος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
Βεγγαλέζος
- veŋ.gaˈle.zos
Where it comes from
Βεγγαλέζος < Βεγγάλ(η) + -έζος
proper noun Βεγγαλέζος · Βεγγαλέζοι · Βεγγαλέζου · Βεγγαλέζων · Βεγγαλέζο · Βεγγαλέζους
- ο κάτοικος της Βεγγάλης ή αυτός που κατάγεται από την περιοχή αυτή ※ Σε μια εσπερίδα στην Καλκούτα γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1950, ο γιος του Ινδού οικοδεσπότη κλώτσησε μια μπάλα και έσπασε ένα μπουκάλι ουίσκι. Κομμάτια από το γυαλί χώθηκαν στο γυμνό μπράτσο του γενικού προξένου της Αμερικής που τον πήραν στο νοσοκομείο για να τον ράψουν. Την ώρα που τον έπαι
In English
- Bengali person from Bengal
Talk about this word "Βεγγαλέζος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CE%B6%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. Βεγγαλέζος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CE%B6%CE%BF%CF%82 "Βεγγαλέζος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CE%B6%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {Βεγγαλέζος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CE%B6%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}