βεγγαλικό

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βεγγαλικό

  • veŋ.ga.liˈko

Where it comes from

βεγγαλικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου βεγγαλικός < Βεγγάλη < αγγλική Bengal < μπενγκάλι বাংলা (bangla)

noun βεγγαλικό · βεγγαλικά · βεγγαλικού · βεγγαλικών

  1. συνήθως στον πληθυντικό: βεγγαλικά πυροτέχνημα, που ρίχνεται στον αέρα, εκρήγνυται και αφήνει πολύχρωμες λάμψεις ※ Στο νοσοκομείο οδηγήθηκε ένας 16χρονος στην Ιεράπετρα, έπειτα από έκρηξη κροτίδας στα χέρια του το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, σε περιστατικό που αναδεικνύει για ακόμη μία φορά τους κινδύνους από τη χρήση βεγγαλικών. (Ιεράπετρα: 16χρονος τραυματίστηκε από κροτίδα - Συνελήφθη η μητέρα του, neakriti

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"βεγγαλικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βεγγαλικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C

Chicago

"βεγγαλικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βεγγαλικό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
  urldate = {2026-11-07}
}