βελονισμός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βελονισμός
Where it comes from
βελονισμός < βελόνα + -ισμός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική acupuncture)
noun βελονισμός · βελονισμοί · βελονισμού · βελονισμών · βελονισμό · βελονισμούς
- παραδοσιακή κινέζικη θεραπευτική τεχνική που συνίσταται στη χρήση βελονών οι οποίες τοποθετούνται σε συγκεκριμένα σημεία του σώματος για να θεραπεύσουν τον πόνο ή κάποιες ασθένειες αν και ο βελονισμός δεν είναι επιστημονικά θεμελιωμένος σύμφωνα με τα πρότυπα της δυτικής ιατρικής, χιλιάδες ασθενείς σε όλον τον κόσμο καταφεύγουν σε αυτόν ως μια μορφή εναλλακτικής θεραπείας
Similar: βελονοθεραπεία
Thesaurus
noun
Similar: βελονοθεραπεία
In English
- acupuncture insertion of needles for remedial purposes
Talk about this word "βελονισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. βελονισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82 "βελονισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βελονισμός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}