मिकविन

βεντέτα

Ελληνικά

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

βεντέτα

  • venˈde.ta
  • veˈde.ta

यह कहाँ से आया

βεντέτα < (άμεσο δάνειο) ιταλική vendetta < λατινική vindicta < vindico (εκδικούμαι) < vindex < vis + dico

# βεντέτα < άμεσο δάνειο από τη γαλλική vedette < ιταλική vedetta ή < (άμεσο δάνειο) ιταλική < vedere < video (βλέπω) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *weyd-

संज्ञा βεντέτα · βεντέτες · βεντέτας · βεντετών

  1. η αίσθηση της υποχρέωσης (αντ)εκδίκησης που διακατέχει κάποιον, εξαιτίας κάποιας αδικίας που έγινε στον ίδιο ή την οικογένεια του, καθώς και οι ενέργειες (π.χ. φόνοι) που γίνονται στα πλαίσια αυτά
  2. πρόσωπο (κυρίως του θεάματος: ηθοποιός, τραγουδιστής) που έχει αποκτήσει μεγάλη φήμη και (ενδεχομένως) έχει εκκεντρική, υπεροπτική ή αλαζονική συμπεριφορά ※ Οι μάγκες αποκαλούν κωλάδικα εκείνα τα άνοστα κέντρα διασκεδάσεως, όπου παίζουν διάφορες βεντέτες του μπουζουκιού. […] Μέσα σε ελάχιστα χρόνια το κωλάδικο επέβη το κατ' εξοχήν κέντρο διασκεδάσεως των κώλων, τουτέστιν των μπουρζουάδων

अंग्रेज़ी में

  • vendetta bitter, destructive feud in which each injury is revenged

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"βεντέτα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%AD%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βεντέτα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%AD%CF%84%CE%B1

Chicago

"βεντέτα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%AD%CF%84%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βεντέτα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%AD%CF%84%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}