βηρύλλιο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βηρύλλιο

  • viˈɾi.li.o

Where it comes from

βηρύλλιο < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική beryllium (χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά από τον Wöhler το 1828) < λατινική beryl < αρχαία ελληνική βήρυλλος

noun βηρύλλιο

  1. χημεία χημικό στοιχείο, που ανήκει στις αλκαλικές γαίες, με ατομικό αριθμό 4 και χημικό σύμβολο το Be
  2. μεταλλουργία δισθενές, εύθραυστο, ελαφρύ και τοξικό μέταλλο, με γκρίζο χρώμα κι αντιμαγνητικές ιδιότητες, που χρησιμοποιείται στη μεταλλουργία και την πυρηνική τεχνολογία

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"βηρύλλιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B7%CF%81%CF%8D%CE%BB%CE%BB%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βηρύλλιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B7%CF%81%CF%8D%CE%BB%CE%BB%CE%B9%CE%BF

Chicago

"βηρύλλιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B7%CF%81%CF%8D%CE%BB%CE%BB%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βηρύλλιο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B7%CF%81%CF%8D%CE%BB%CE%BB%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}