βησιγότθος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

Βησιγότθος¹

Where it comes from

Βησιγότθος < υστερολατινική Visigothus < γοτθική < πρωτογερμανική *wesuz (< πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁wésus: καλός, εξαίρετος) + υστερολατινική Gothi < πρωτογερμανική *gutô (Γότθος)

proper noun Βησιγότθος · Βησιγότθοι · Βησιγότθου · Βησιγότθων · Βησιγότθο · Βησιγότθους

  1. εθνικό όνομα, ιστορία μέλος του ομώνυμου γερμανικού φύλου που προήλθε από τη διάσπαση των Γότθων σε «Δυτικούς Γότθους» (Βησιγότθους) και «Ανατολικούς Γότθους» (Οστρογότθους)

βησιγότθος²

noun βησιγότθος · βησιγότθοι · βησιγότθου · βησιγότθων · βησιγότθο · βησιγότθους

  1. adjective, σε επιθετική λειτουργία ο Βησιγότθος

In English

  • Visigoth member of an East Germanic tribe

Talk about this word

Cite this
MLA

"βησιγότθος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B7%CF%83%CE%B9%CE%B3%CF%8C%CF%84%CE%B8%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βησιγότθος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B7%CF%83%CE%B9%CE%B3%CF%8C%CF%84%CE%B8%CE%BF%CF%82

Chicago

"βησιγότθος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B7%CF%83%CE%B9%CE%B3%CF%8C%CF%84%CE%B8%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βησιγότθος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B7%CF%83%CE%B9%CE%B3%CF%8C%CF%84%CE%B8%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}