βιάζομαι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βιάζομαι
- viˈa.zo.me
- ˈvʝa.zo.me
Where it comes from
βιάζομαι: παθητική φωνή του ρήματος βιάζω
verb βιάζομαι
- παθητική φωνή του βιάζω: πέφτω θύμα βιασμού
verb βιάζομαι · βιαζόμουν · βιαζόμουνα · θα βιάζομαι · να βιάζομαι
- παθητική φωνή του βιάζω: πρέπει να κάνω κάτι γρήγορα γιατί επείγει ή γιατί δεν έχω αρκετό χρόνο μπροστά μου· επείγομαι, είμαι βιαστικός ※ «Κρίμα, ρε πατέρα, ξεπουλήθηκες κι εσύ; Με τους φασίστες και τους ιμπεριαλιστές είσαι;» αντιδρά ως νεοφώτιστος ο Πέτρος. «Εκεί που είσαι ήμουνα κι εδώ που είμαι θά 'ρθεις. Μόνο εύχομαι να μη σε βρει το «τότε» όπως εμένα τώρα. Μη βιάζεσαι, παιδί μου, να κάνεις αφορισμούς. (Παύλος Θ. Κάγιος, Και με
In English
- dispatch to hurry
Talk about this word "βιάζομαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. βιάζομαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9 "βιάζομαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βιάζομαι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}