βιάζω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βιάζω
- viˈa.zo
- ˈvʝa.zo
Where it comes from
βιάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βιάζω (ασκώ βία) < βία
verb βιάζω · βίαζα · βιάσω · βίασα · βιάζομαι · βιάστηκα
- εξαναγκάζω άλλο άτομο σε σεξουαλική πράξη, διαπράττω βιασμό ※ Και υπάρχουν άλλες στιγμές ανάπαυλας, για να φτάσουμε σε μια ανελέητη μικροσκόπηση μιας σπουδής, όπως, π.χ., όταν η Ηλέκτρα ενδίδει φαινομενικά στην επιθυμία ενός στρατιώτη να τη βιάσει), και τον αναγκάζει, μέσα σ' ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, να γδυθεί μπροστά στα μάτια της (και της κάμερας), (Ειρήνη
- υποχρεώνω κάποιον να κάνει κάτι παρά τη θέλησή του
verb βιάζω · έβιαζα · βιάσω · έβιασα · βιάζομαι · βιάστηκα
- πιέζω κάποιον να κάνει κάτι ή να επισπεύσει κάτι, να κάνει πιο γρήγορα, να βιαστεί Κάνε με την ησυχία σου, δεν σε βιάζει κανείς.
- για κάτι που είναι επείγον Η υπόθεση βιάζει πολύ.
In English
- rape force sexual intercourse
Talk about this word "βιάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. βιάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89 "βιάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βιάζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}