βιάζω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βιάζω

  • viˈa.zo
  • ˈvʝa.zo

Where it comes from

βιάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βιάζω (ασκώ βία) < βία

verb βιάζω · βίαζα · βιάσω · βίασα · βιάζομαι · βιάστηκα

  1. εξαναγκάζω άλλο άτομο σε σεξουαλική πράξη, διαπράττω βιασμό ※ Και υπάρχουν άλλες στιγμές ανάπαυλας, για να φτάσουμε σε μια ανελέητη μικροσκόπηση μιας σπουδής, όπως, π.χ., όταν η Ηλέκτρα ενδίδει φαινομενικά στην επιθυμία ενός στρατιώτη να τη βιάσει), και τον αναγκάζει, μέσα σ' ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, να γδυθεί μπροστά στα μάτια της (και της κάμερας), (Ειρήνη
  2. υποχρεώνω κάποιον να κάνει κάτι παρά τη θέλησή του

verb βιάζω · έβιαζα · βιάσω · έβιασα · βιάζομαι · βιάστηκα

  1. πιέζω κάποιον να κάνει κάτι ή να επισπεύσει κάτι, να κάνει πιο γρήγορα, να βιαστεί Κάνε με την ησυχία σου, δεν σε βιάζει κανείς.
  2. στο γ' πρόσωπο για κάτι που είναι επείγον Η υπόθεση βιάζει πολύ.

In English

  • rape force sexual intercourse

Talk about this word

Cite this
MLA

"βιάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

βιάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89

Chicago

"βιάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βιάζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}