βιασύνη

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βιασύνη

  • vʝaˈsi.ni

Where it comes from

βιασύνη < επέκταση του βιάσ(η) κατά τα θηλυκά σε -(ο)σύνη Δείτε και βία

noun βιασύνη · βιασύνες · βιασύνης · βιασυνών

  1. η κατάσταση κατά την οποία κάποιος βιάζεται ※ Απ' τη βιασύνη μου σκίζω κάθε φορά μαζί με τον φάκελο και τα γραμματόσημα, κι η θυρωρίνα γκρινιάζει γιατί μου 'χει πει να της τα κρατάω. (Η μεταπολεμική πεζογραφία από τον πολεμο του '40 ως τη δικτατορία του '67, τόμος 5, εκδ. Σοκόλη, 1992, σελ. 50)
  2. το να εκτελεί κανείς μια ενέργεια βιαστικά, πολύ γρήγορα, επειδή δεν έχει πολύ χρόνο μπροστά του

Similar: φούρια

Thesaurus

noun

Similar: φούρια

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"βιασύνη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βιασύνη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B7

Chicago

"βιασύνη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βιασύνη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}