믹윈

βιδέλο

Ελληνικά

AI 쉬운 말로

짧은 설명을 쓰는 중…

아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.

βιδέλο

  • viˈðe.lo
  • viˈðe.lu

어원

βιδέλο είτε < (άμεσο δάνειο) ιταλική vitello μέσω της βενετικής διαλέκτου (vedelo) με απλοποίηση της προφοράς του διπλού συμφώνου [ll] και της γραφής < λατινική vitellus. Δείτε και το αρχαίο ἔταλον.

: είτε < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βιδέλο < βενετική vedelo. Περισσότερα στο μεσαιωνικό βιδέλο.

명사 βιδέλο

  1. idiomatic, ιδιωματικό, ζώο το μοσχάρι
  2. κατεργασμένο δέρμα του μοσχαριού ※ Το ίδιο ενδιαφέρουσα είναι και η ορολογία: Πετσί, καπροπέτσι, χοιρόπετσο, βιδέλο, βακέτα, μουζάκι, αιγόπετσο, προβιά, προβίδι, φόρθια, φτερνίτες, σουβλιά και σουβλόριζες, σουβλόξυλα και σουβλομάνικα, τανάλιες, κατσαμπρόκοι, καμάρα του πόδα, μήλα, γαμπάτσα

이 단어에 대해 이야기하기

인용하기
MLA

"βιδέλο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%B4%CE%AD%CE%BB%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βιδέλο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%B4%CE%AD%CE%BB%CE%BF

Chicago

"βιδέλο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%B4%CE%AD%CE%BB%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βιδέλο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%B4%CE%AD%CE%BB%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}