βιομηχανικός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βιομηχανικός
Where it comes from
βιομηχανικός < βιομηχαν(ία) + -ικός
adjective βιομηχανικός · βιομηχανική · βιομηχανικό · βιομηχανικού · βιομηχανικής
- που αναφέρεται στη βιομηχανία ή στο βιομήχανο, ανήκει ή σχετίζεται μαζί τους ο βιομηχανικός κόσμος της Ελλάδας άκουσε με προσοχή τις ανακοινώσεις του πρωθυπουργού για τη νέα βιομηχανική πολιτική της χώρας στην επόμενη δεκαετία
- που έχει ως χαρακτηριστικό ή σχετίζεται με τη μαζική παραγωγή από τη βιομηχανία, που χαρακτηρίζεται από την παραγωγή μεγάλης κλίμακας ή αναφέρεται σε αυτήν η βιομηχανική επεξεργασία της ζάχαρης μειώνει σημαντικά το κόστος παραγωγής του παραγόμενου προϊόντος
- που έχει πολλές βιομηχανικές μονάδες, πολλά εργοστάσια όταν φτάσαμε εκεί, αντικρίσαμε ένα εντυπωσιακό βιομηχανικό τοπίο, μια ολόκληρη κοιλάδα γεμάτη από τσιμινιέρες εργοστασίων
In English
- industrial of or relating to industry
Talk about this word "βιομηχανικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%BF%CE%BC%CE%B7%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. βιομηχανικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%BF%CE%BC%CE%B7%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "βιομηχανικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%BF%CE%BC%CE%B7%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βιομηχανικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%BF%CE%BC%CE%B7%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}