βιομηχανικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βιομηχανικός

Where it comes from

βιομηχανικός < βιομηχαν(ία) + -ικός

adjective βιομηχανικός · βιομηχανική · βιομηχανικό · βιομηχανικού · βιομηχανικής

  1. που αναφέρεται στη βιομηχανία ή στο βιομήχανο, ανήκει ή σχετίζεται μαζί τους ο βιομηχανικός κόσμος της Ελλάδας άκουσε με προσοχή τις ανακοινώσεις του πρωθυπουργού για τη νέα βιομηχανική πολιτική της χώρας στην επόμενη δεκαετία
  2. που έχει ως χαρακτηριστικό ή σχετίζεται με τη μαζική παραγωγή από τη βιομηχανία, που χαρακτηρίζεται από την παραγωγή μεγάλης κλίμακας ή αναφέρεται σε αυτήν η βιομηχανική επεξεργασία της ζάχαρης μειώνει σημαντικά το κόστος παραγωγής του παραγόμενου προϊόντος
  3. που έχει πολλές βιομηχανικές μονάδες, πολλά εργοστάσια όταν φτάσαμε εκεί, αντικρίσαμε ένα εντυπωσιακό βιομηχανικό τοπίο, μια ολόκληρη κοιλάδα γεμάτη από τσιμινιέρες εργοστασίων

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"βιομηχανικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%BF%CE%BC%CE%B7%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βιομηχανικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%BF%CE%BC%CE%B7%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"βιομηχανικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%BF%CE%BC%CE%B7%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βιομηχανικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%BF%CE%BC%CE%B7%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}