βιοφυσικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βιοφυσικός

Where it comes from

βιοφυσικός < βιοφυσική + -ός

::*ουσιαστικό: μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική biophysicist ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική biophysicien

::*επίθετο: μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική biophysical ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική biophysique

noun βιοφυσικός · βιοφυσικοί · βιοφυσικού · βιοφυσικών · βιοφυσικό · βιοφυσικούς

  1. βιολογία, φυσική ερευνητής που μελετά τα βιολογικά φαινόμενα με εργαλεία και μεθόδους της φυσικής, διερευνώντας πώς οι φυσικοί νόμοι διέπουν τις λειτουργίες της ζωής

adjective βιοφυσικός · βιοφυσικοί · βιοφυσικού · βιοφυσικών · βιοφυσικό · βιοφυσικούς

  1. βιολογία, φυσική που έχει σχέση με τη βιοφυσική ή τους βιοφυσικούς ή αναφέρεται σʼ αυτά

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"βιοφυσικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%BF%CF%86%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βιοφυσικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%BF%CF%86%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"βιοφυσικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%BF%CF%86%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βιοφυσικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%BF%CF%86%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}