βλάμης
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βλάμης¹
- ˈvla.mis
Where it comes from
βλάμης < (άμεσο δάνειο) αλβανική vëllam
noun βλάμης · βλάμηδες · βλάμη · βλάμηδων
- σύντροφος, φίλος
- αδελφοποιτός ※ Αδελφοποιΐα επιχωριάζει με την λέξιν αδελφωσιά : οι αδελφοποιηθέντες λέγονταν μπράτιμοι ή βλάμηδες και οι συγγενείς σταυροπατέρας, σταυρομάνα, σταυραδέλφια. (Άννα I. Παπαμιχαήλ Κουτρούμπα, Ο σταυρός στους διαφόρους κλάδους του ελληνικού εθιμικού δικαίου, Επετηρίς του Λαογραφικού Αρχείου / Κέντρου
-
προσωνυμία που δινόταν στα μέλη του κατώτερου (πρώτου) βαθμού της Φιλικής Εταιρείας
→ επόμενος βαθμός: συστημένος
Similar: αδελφοποιτός
- εραστής, αγαπητικός ※ Είναι αυτός ο 'μορφονειός / Ο βλάμης της Μανιώς (Νέα ελληνική ανθολογία, εκδ. Ατλαντίδος, 2009, σελ. 98)
- κουτσαβάκης, ψευτοπαλικαράς
- κουμπάρος ※ Βλάμης εἶναι ὁ ἐπιστήθιος φίλος τοῦ γαμβροῦ, οἵτινες ἔχουν δημιουργήσει ἕναν συγγενικὸν δεσμὸν δι΄ ὅρκου ἐνώπιον τοῦ ἱερέως καὶ τοῦ Εὐαγγελίου, τοῦτο δὲ ἐπικρατεῖ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς τουρκοκρατίας (Άννα Ι. Παπαμιχαήλ Κουτρουμπά, Ο σταυρός στους διαφόρους κλάδους του ελληνικού εθιμικού δικαίου, Ακαδ
Βλάμης²
Where it comes from
Βλάμης < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Βλάμης · Βλάμηδες · Βλάμη · Βλάμηδων
- ανδρικό επώνυμο
Talk about this word "βλάμης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CE%BC%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. βλάμης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CE%BC%CE%B7%CF%82 "βλάμης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CE%BC%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βλάμης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CE%BC%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}