βλάπτω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βλάπτω

Where it comes from

βλάπτω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βλάπτω

verb βλάπτω · έβλαψα · βλάπτομαι · βλάφτηκα · βλαμμένος

  1. προκαλώ σωματική ή ψυχολογική ζημιά σε κάποιον Σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα, η τηλεόραση βλάπτει τα μικρά παιδιά, αυξάνοντας την πιθανότητα να αντιμετωπίσουν προβλήματα συγκέντρωσης.
  2. αλλάζω προς το χειρότερο την κατάσταση κάποιου πράγματος το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία
  3. προξενώ κακό, αδικώ κάποιον ※ Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ίδια απόφαση παρουσιάζει η απόρριψη παρέμβασης σωματείου με προσδιοριζόμενο στο καταστατικό του σκοπό την προάσπιση και τη μέριμνα για την κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η παρέμβαση αυτή κρίθηκε ότι ασκείται απαραδέκτως, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, με το αιτιολο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"βλάπτω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CF%80%CF%84%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βλάπτω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CF%80%CF%84%CF%89

Chicago

"βλάπτω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CF%80%CF%84%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βλάπτω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CF%80%CF%84%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}