βλέμμα
Ελληνικά
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
βλέμμα
- ˈvle.ma
Από πού έρχεται
βλέμμα < αρχαία ελληνική βλέμμα
ουσιαστικό βλέμμα · βλέμματα · βλέμματος · βλεμμάτων
- η στροφή των ματιών σε κάποιον ή κάτι, η ματιά ※ Υπολόγισα πως η Πέρσα θα κόντευε πλέον τα είκοσι. Ίσως και να τα είχε πατήσει. Οι συνομήλικές της θα πήγαιναν στις σχολές τους ή θα δούλευαν πωλήτριες, θα έβγαιναν τα βράδια σε κλαμπ ή σε τσιπουράδικα. Ερχόταν άραγε πια καμιά κολλητή της να τη δει; Ή την είχαν όλοι της οι φίλοι ξεχάσει, κι όποτε χ
- ο τρόπος που κοιτάζω κάποιον ή κάτι και η εντύπωση που προκαλώ το βλέμμα σου μου φαίνεται αδιάφορο και ψυχρό
Στα αγγλικά
Συζήτησε αυτή τη λέξη "βλέμμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BB%CE%AD%CE%BC%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. βλέμμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BB%CE%AD%CE%BC%CE%BC%CE%B1 "βλέμμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BB%CE%AD%CE%BC%CE%BC%CE%B1.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {βλέμμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BB%CE%AD%CE%BC%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}