βλέννα

Ελληνικά · Sinônimos e antônimos

AI Em palavras simples

Escrevendo uma explicação curta…

Escrito por uma IA da casa a partir do verbete abaixo, no seu idioma. A fonte é o próprio verbete.

βλέννα

  • ˈvle.na

De onde vem

βλέννα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βλέννα, βλεννός

substantivo βλέννα · βλέννες · βλέννας · βλεννών

  1. ημιδιάφανο, γλοιώδες και πυκνόρρευστο υγρό που εκκρίνουν κάποιοι αδένες ※ Αντικείμενο αυτής της εργασίας ήταν η μελέτη ορισμένων φυσικών ιδιοτήτων και βιοχημικών παραμέτρων της τραχηλικής βλέννας σε αγελάδες που εμφάνισαν οίστρο μετά τον τοκετό και σε αγελάδες με αναφροδισία, οι οποίες υποβλήθηκαν σε ορμονική αγωγή (προγεστερόνη ή προσταγλανδίνη F2α) για την πρόκληση οί
  2. το γλοιώδες και παχύρρευστο έκκριμα της μύτης

    Parecidas: μύξα

  3. βοτανική ιξώδης ουσία κάποιων φυτών (π.χ. λινάρι)

Em inglês

Conversar sobre esta palavra

Citar
MLA

"βλέννα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BB%CE%AD%CE%BD%CE%BD%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βλέννα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BB%CE%AD%CE%BD%CE%BD%CE%B1

Chicago

"βλέννα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BB%CE%AD%CE%BD%CE%BD%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βλέννα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BB%CE%AD%CE%BD%CE%BD%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}