ميكوين

βλεννογόνος

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

βλεννογόνος

من أين أتت

βλεννογόνος < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική blennogène < αρχαία ελληνική βλέννα + -γόνος < γίγνομαι

صفة βλεννογόνος · βλεννογόνα · βλεννογόνο · βλεννογόνου

  1. που εκκρίνει βλέννα ※ Σύνδρομο Reiter. Το σύνδρομο χαρακτηρίζεται από φλεγμονή βλεννογόνων (επιπεφυκότος, ίριδος, στοματικής κοιλότητας και βαλάνου) και φλεγμονή δέρματος (βλεννοαιμοραγική κερατοδερμία) (Δελτίον: Acta microbiologica Hellenica, τόμος 37, Ελληνική Μικροβιολογική και Υγειονολογική Εταιρεία, 1992, σελ. 418

اسم βλεννογόνος · βλεννογόνα · βλεννογόνο · βλεννογόνου

  1. ανατομία υγρός και μαλακός ιστός που επενδύει εσωτερικές κοιλότητες του σώματος, εκκρίνοντας βλέννα για προστασία και λίπανση

بالإنجليزية

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"βλεννογόνος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BB%CE%B5%CE%BD%CE%BD%CE%BF%CE%B3%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βλεννογόνος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BB%CE%B5%CE%BD%CE%BD%CE%BF%CE%B3%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"βλεννογόνος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BB%CE%B5%CE%BD%CE%BD%CE%BF%CE%B3%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βλεννογόνος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BB%CE%B5%CE%BD%CE%BD%CE%BF%CE%B3%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}