Βογόμιλος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
Βογόμιλος
- voˈɣo.mi.los
Where it comes from
Βογόμιλος < λόγιο δάνειο από τη βουλγαρική Богомил (αγαπημένος του Θεού), με ελληνοποίηση + -ος < παλαιά εκκλησιαστική σλαβονική < αρχαία ελληνική Θεόφιλος (αντιδάνειο)
proper noun Βογόμιλος · Βογόμιλοι · Βογόμιλου · Βογομίλου · Βογόμιλων · Βογομίλων
- ανδρικό όνομα σλαβικής προέλευσης· αντιστοιχεί στο ελληνικό Θεόφιλος
- όνομα ενός ιερέα του 9ου αιώνα, που υπήρξε ο γνωστότερος δραστήριος κήρυκας του Βογομιλισμού ※ Η αρχική τους ονομασία προήλθε από τον μοναχό Βογόμιλο που είχε κέντρο δράσης του τη Φιλιππούπολη τον 9ο αιώνα. «Μπογκομίλ» είναι η σλαβική απόδοση του ονόματος Θεόφιλος.
- ο οπαδός της αίρεσης του Βογομιλισμού ※ Οι διώξεις των Βογόμιλων και το κάψιμο στην πυρά του αρχηγού τους Βασίλειου από τον Αλέξιο Α’ Κομνηνό
-
η αίρεση του Βογομιλισμού
※ Η επόμενη αναφορά στους Βογομίλους γίνεται μέσα από μια ομιλία του Βούλγαρου πρεσβύτερου Κοσμά
Similar: Βογομιλισμός, βογομιλισμός
In English
- Bogomil member of a dualist Christian sect
Talk about this word "Βογόμιλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CE%B3%CF%8C%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. Βογόμιλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CE%B3%CF%8C%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%82 "Βογόμιλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CE%B3%CF%8C%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {Βογόμιλος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CE%B3%CF%8C%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}