βοεβόδας
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βοεβόδας¹
Where it comes from
βοεβόδας < μεσαιωνική ελληνική βοεβόδας / βεϊβόδας / βοϊβόδας / βόιβονδας / βοϊβόνδας / βοϊβόντας < σλαβικής προέλευσης войвода < πρωτοσλαβική *vojevoda < *voji (στρατός) + *voditi (οδηγώ) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
noun βοεβόδας · βοεβόδες · βοεβόδα · βοεβόδων
- τίτλος διοικητή του βοεβοδάτου ※ Ο Ζώης δημοσιεύει επιστολήν του βοεβόδα Πρεβέζης Αμετουλάχμπεη προς την προεδρείαν Ζακύνθου. "... Πρέβεζα 16 Απριλίου 1802. Της ευγένειας σου φίλος ειλικρινέστατος, Αμετουλάχμπεης και αφέντης Σαλαγώρης, Καπιτζίμπασης και Βοϊβόδας του Εμιλατηχουμαγιανίνων, Πρεβέζης, Βονίτζας, Πάργας και Βουθρουντού
Βοεβόδας²
Where it comes from
Βοεβόδας < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Βοεβόδας · Βοεβόδα · Voevodas
- ανδρικό επώνυμο
In English
- voivode local ruler or official in various parts of central and eastern Europe
Talk about this word "βοεβόδας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CE%B5%CE%B2%CF%8C%CE%B4%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. βοεβόδας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CE%B5%CE%B2%CF%8C%CE%B4%CE%B1%CF%82 "βοεβόδας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CE%B5%CE%B2%CF%8C%CE%B4%CE%B1%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βοεβόδας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CE%B5%CE%B2%CF%8C%CE%B4%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}