βολίδα
Ελληνικά
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
βολίδα
Από πού έρχεται
βολίδα < (ελληνιστική κοινή) βολίς
ουσιαστικό βολίδα · βολίδες · βολίδας · βολίδων
- μεταλλικό όργανο για βυθομετρήσεις
- αντικείμενο που εισέρχεται φλεγόμενο και με μεγάλη ταχύτητα από το διάστημα στη γήινη ατμόσφαιρα
- αντικείμενο που εκτοξεύεται από τον άνθρωπο στο διάστημα για ερευνητικούς σκοπούς Το αμερικανικό διαστημόπλοιο Pioneer Venus Multiprobe απελευθέρωσε τέσσερις βολίδες που διέσχισαν τα σύννεφα του πλανήτη Αφροδίτη
- βλήμα πυροβόλου όπλου Μία βολίδα βρήκε τη λαβή του όπλου και άλλη μία την κάννη. Αν δεν είχε εκεί το όπλο, θεωρείται βέβαιο ότι και οι δύο βολίδες θα είχαν καρφωθεί στην κοιλιά (Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 3 Αυγ. 2001)
- για κάτι που κινείται με μεγάλη ταχύτητα μας χαιρέτισε και έφυγε βολίδα
Στα αγγλικά
- plumb bob metal weight
Συζήτησε αυτή τη λέξη "βολίδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. βολίδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1 "βολίδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {βολίδα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}