βολικός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βολικός¹
Where it comes from
βολικός < βολ(ή) + -ικός
adjective βολικός · βολική · βολικιά · βολικό · βολικού · βολικής
-
που μας εξυπηρετεί και δεν μας δημιουργεί προβλήματα, μας βολεύει
ένα μικρό και βολικό αυτοκίνητο, ιδιαίτερα μέσα στηνπόλη όπου δύσκολα βρίσκεις θέση στάθμευσης
Similar: αναπαυτικός
- ευνοϊκός
- που βολεύεται εύκολα, δεν έχει υπερβολικές απαιτήσεις στις σχέσεις τους με τους άλλους αλλά συνεννοείται εύκολα μαζί τους σε πρακτικά ζητήματα, δεν είναι δύστροπος
Βολικός²
Where it comes from
Βολικός < βολικός
proper noun Βολικός · Βολικοί · Βολικού · Βολικών · Βολικό · Βολικούς
- ανδρικό επώνυμο
In English
- convenient of or pertaining to convenience; simple; easy; expedient
Talk about this word "βολικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. βολικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "βολικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βολικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}