Μίκουιν

βομβαρδισμός

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

βομβαρδισμός

Από πού έρχεται

βομβαρδισμός < → λείπει η ετυμολογία

ουσιαστικό βομβαρδισμός · βομβαρδισμοί · βομβαρδισμού · βομβαρδισμών · βομβαρδισμό · βομβαρδισμούς

  1. επίθεση εναντίον ενός στόχου ή μιας πόλης με τη ρίψη βομβών από αεροπλάνα ή πυροβολικό
  2. figuratively, συνεκδοχικά στην πυρηνική φυσική η ρίψη σωματιδίων σε ένα ατομικό πυρήνα ή άλλο στόχο

Στα αγγλικά

  • bombing action of dropping bombs from the air

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"βομβαρδισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βομβαρδισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"βομβαρδισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βομβαρδισμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}