βοτανική
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βοτανική
Where it comes from
βοτανική < (λόγιο δάνειο) γαλλική botanique < (ελληνιστική κοινή) βοτανικός
noun βοτανική
- η βιοφυτολογία, ο κλάδος της βιολογίας που ασχολείται με τη μελέτη των φυτών και ιδιαίτερα της μορφής, της ανάπτυξης και της αναπαραγωγής τους
- θεραπευτική βοτανολογία, μελέτη των θεραπευτικών βοτάνων (κάποια δήθεν θεραπευτικά βότανα δεν αναγνωρίζονται επισήμως ως θεραπευτικά είτε υπάρχουν ελλιπείς θεραπευτικές ενδείξεις γι' αυτά)
Similar: φυτολογία
adjective βοτανική
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βοτανικός
Thesaurus
noun
Similar: φυτολογία
Talk about this word "βοτανική." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. βοτανική. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE "βοτανική." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βοτανική},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}