βουή
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βουή
Where it comes from
βουή < αρχαία ελληνική βοή
noun βουή · βουές · βουής · βουών
- άλλη μορφή του βοή ※ Ο σεβντάς του ήτανε τα κλέφτικα. Η ζωή, που πέρασε στα ρουμελιώτικα βουνά κυνηγώντας τους φυγόδικους, του πλούτισε την ανθολογία και του ταίριασε τη φωνή με το γαργάρισμα της βρύσης και τη λαλιά της πέρδικας, με τη βουή του ελατιού και την τζαμάρα του τσοπάνη. (Κωσταντίνος Χατζόπουλος, Ο πύργος το
Talk about this word "βουή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. βουή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%AE "βουή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βουή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}