βουλή
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βουλή
- vuˈli
Where it comes from
βουλή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βουλή (θέληση, απόφαση, γνώμη, συμβουλή)
noun βουλή · βουλές · βουλής · βουλών
- στα σύγχρονα πολιτεύματα Η βουλή είναι δυνατόν να διακρίνεται σε Άνω Βουλή (Γερουσία), Βουλή των Λόρδων και Βουλή των Κοινοτήτων στο Ηνωμένο Βασίλειο, Κάτω Βουλή ή Βουλή των Αντιπροσώπων στις ΗΠΑ.
- ο θεσμός της αρχαίας πόλης κράτους, όπως της Αθήνας Η βουλή στην αθηναϊκή δημοκρατία αποτελούνταν από 500 αντιπροσώπους, 50 από κάθε φυλή, οι οποίοι εκλέγονταν με κλήρωση (η βουλή των πεντακοσίων)· συζητούσε προκαταρκτικά τις υποθέσεις της πόλης και εξέδιδε προβούλευμα.
- το κτίριο εντός του οποίου συνεδριάζει το ομώνυμο νομοθετικό σώμα
- θέληση, απόφαση, γνώμη
Similar: κοινοβούλιο
noun βουλή · βουλές · βουλής · βουλών
- ευκολία
Thesaurus
noun
Similar: κοινοβούλιο
In English
- parliament institution with elected or appointed members
- diet council of leaders
Talk about this word "βουλή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AE. Accessed 6 Nov. 2026. βουλή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AE "βουλή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βουλή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AE},
urldate = {2026-11-06}
}