βουλώνω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βουλώνω

Where it comes from

βουλώνω < βούλα

verb βουλώνω

  1. transitive, μεταβατικό κλείνω στεγανά κάτι χρησιμοποιώντας ένα βούλωμα ※ «Όχι κάτω από τη μύτη τους, γιαγιά, κάτω από τα πόδια τους», τη διόρθωσα εγώ ρουφώντας τη δική μου μύτη, που είχε βουλώσει από το κλάμα, κι η γιαγιά μου γέλασε πολύ και με είπε «παμπόνηρη αλεπού» κι «εξυπνοπούλι, αετόπουλο». (Ελένη Τασοπούλου, Το λουζεράκι, εκδ. Καστανιώτη, 2020)
  2. transitive, μεταβατικό γεμίζω ένα κενό χρησιμοποιώντας κάποιο υλικό ο μπογιατζής προσπαθούσε να βουλώσει με στόκο μια μεγάλη τρύπα
  3. intransitive, αμετάβατο για αγωγό που είναι φραγμένος σε κάποιο σημείο βούλωσε ο νεροχύτης και έφτασαν τα νερά στο διάδρομο
  4. figuratively, μεταφορικά κάνω κάποιον να σταματήσει να μιλάει εναντίον μου πρέπει να βουλώσουμε μερικά στόματα
  5. offensive, υβριστικό, αγενές σταματάω να μιλάω, σωπαίνω, σκάω, βγάζω το σκασμό (με την αντωνυμία «το» εννοείται το «στόμα») θα το βουλώσεις επιτέλους;

In English

  • clog to block or slow passage through

Talk about this word

Cite this
MLA

"βουλώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βουλώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89

Chicago

"βουλώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βουλώνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}