βουλώνω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βουλώνω
Where it comes from
βουλώνω < βούλα
verb βουλώνω
- κλείνω στεγανά κάτι χρησιμοποιώντας ένα βούλωμα ※ «Όχι κάτω από τη μύτη τους, γιαγιά, κάτω από τα πόδια τους», τη διόρθωσα εγώ ρουφώντας τη δική μου μύτη, που είχε βουλώσει από το κλάμα, κι η γιαγιά μου γέλασε πολύ και με είπε «παμπόνηρη αλεπού» κι «εξυπνοπούλι, αετόπουλο». (Ελένη Τασοπούλου, Το λουζεράκι, εκδ. Καστανιώτη, 2020)
- γεμίζω ένα κενό χρησιμοποιώντας κάποιο υλικό ο μπογιατζής προσπαθούσε να βουλώσει με στόκο μια μεγάλη τρύπα
- για αγωγό που είναι φραγμένος σε κάποιο σημείο βούλωσε ο νεροχύτης και έφτασαν τα νερά στο διάδρομο
- κάνω κάποιον να σταματήσει να μιλάει εναντίον μου πρέπει να βουλώσουμε μερικά στόματα
- σταματάω να μιλάω, σωπαίνω, σκάω, βγάζω το σκασμό (με την αντωνυμία «το» εννοείται το «στόμα») θα το βουλώσεις επιτέλους;
In English
- clog to block or slow passage through
Talk about this word "βουλώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. βουλώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89 "βουλώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βουλώνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}