βουνίσιος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βουνίσιος¹

  • vuˈni.sços

Where it comes from

βουνίσιος < βουν(ό) + -ίσιος

adjective βουνίσιος · βουνίσια · βουνίσιο · βουνίσιου · βουνίσιας

  1. που έχει σχέση με το βουνό, ανήκει σ’ αυτό, κατάγεται ή προέρχεται απ’ αυτό ή κατοικεί σ’ αυτό ※ Με τα μάτια μισόκλειστα, για να υποφέρει την αντηλιά του χιονιού. Εμείς οι βουνίσιοι την ξέρουμε την αντηλιά στα χιόνια, και δεν έχουμε μαύρα γυαλιά, για να μη μας βλάψει. Έτσι κρατάμε τα μάτια μισόκλειστα, δυο σχισμές, και μας γίνεται συνήθεια να βαστάμε διαρκώς τα μάτια μισόκλειστα. (Νίκος Κάσδα

Opposite: καμπίσιος

noun βουνίσιος · βουνίσια · βουνίσιο · βουνίσιου · βουνίσιας

  1. ορεσίβιος

Βουνίσιος²

Where it comes from

Βουνίσιος < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Βουνίσιος · Βουνίσιου · Vounisios

  1. ανδρικό επώνυμο

Thesaurus

adjective

Opposite: καμπίσιος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"βουνίσιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%AF%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βουνίσιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%AF%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82

Chicago

"βουνίσιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%AF%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βουνίσιος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%AF%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}