βουρκώνω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βουρκώνω
- vuɾˈko.no
Where it comes from
βουρκώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βουρκώνω < βοῦρκος (βούρκος)
verb βουρκώνω · βούρκωσα · βουρκωμένος · βούρκωνα · θα βουρκώνω
- θλίβομαι και δακρύζω ή ετοιμάζομαι να κλάψω ※ Μάτια βουρκωμένα παραπονεμένα / δίχως αγάπη και πόνο κανένας δε ζει (στίχοι τραγουδιού: Νίκος Γκάτσος, μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
- σκοτεινιάζω, συννεφιάζω, ανταριάζω
- γίνομαι (σαν) βούρκος ※ Στον Σκουτελώνα Κολυμπαρίου ο ποταμός για ένα τμήμα 150 περίπου μέτρων έχει βουρκώσει και, αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα διάνοιξής του προς τη θάλασσα να αδειάσει το τμήμα αυτό που έχει μετατραπεί σε λίμνη, σίγουρα θα υπάρξει πρόβλημα υγιεινής από τα κουνούπια τα οποία θ' αναπαραχθούν στα στάσιμα νερ
In English
- cloud to become foggy or gloomy, to become obscured from sight
Talk about this word "βουρκώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. βουρκώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89 "βουρκώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βουρκώνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}