βουρκώνω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βουρκώνω

  • vuɾˈko.no

Where it comes from

βουρκώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βουρκώνω < βοῦρκος (βούρκος)

verb βουρκώνω · βούρκωσα · βουρκωμένος · βούρκωνα · θα βουρκώνω

  1. figuratively, μεταφορικά θλίβομαι και δακρύζω ή ετοιμάζομαι να κλάψω ※ Μάτια βουρκωμένα παραπονεμένα / δίχως αγάπη και πόνο κανένας δε ζει (στίχοι τραγουδιού: Νίκος Γκάτσος, μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
  2. broadly, κατ’ επέκταση, για τις καιρικές συνθήκες σκοτεινιάζω, συννεφιάζω, ανταριάζω
  3. literally, κυριολεκτικά γίνομαι (σαν) βούρκος ※ Στον Σκουτελώνα Κολυμπαρίου ο ποταμός για ένα τμήμα 150 περίπου μέτρων έχει βουρκώσει και, αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα διάνοιξής του προς τη θάλασσα να αδειάσει το τμήμα αυτό που έχει μετατραπεί σε λίμνη, σίγουρα θα υπάρξει πρόβλημα υγιεινής από τα κουνούπια τα οποία θ' αναπαραχθούν στα στάσιμα νερ

In English

  • cloud to become foggy or gloomy, to become obscured from sight

Talk about this word

Cite this
MLA

"βουρκώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βουρκώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89

Chicago

"βουρκώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βουρκώνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}