βουτιά

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βουτιά

  • vuˈtça

Where it comes from

βουτιά < βουτάω / βουτώ

noun βουτιά · βουτιές · βουτιάς · βουτιών

  1. η εκτίναξη του σώματος με την οποία κάποιος μπαίνει ορμητικά στο νερό (σε θάλασσα, λίμνη ή ποταμό), συνήθως από κάποιο υψηλότερο σημείο έκανε μια θεαματική βουτιά από την αποβάθρα
  2. η ίδια η κατάδυση κάτω από την επιφάνεια του νερού ο διάσημος δύτης έσπασε το προηγούμενο ρεκόρ του με μια βουτιά στα 200 μέτρα βάθος
  3. η είσοδος στο νερό και το κολύμπι σε αυτό για περιορισμένο χρονικό διάστημα δεν έχω πολύ χρόνο, θα πάω στη θάλασσα για μια βουτιά και θα γυρίσω γρήγορα
  4. η ταχύτατη κίνηση προς τα κάτω Λεωφορείο κάνει βουτιά σε γκρεμό βάθους 50 μέτρων (από ειδήσεις στο διαδίκτυο)
  5. η εκτίναξη του σώματος προς τα κάτω, το (μ)πλονζόν
  6. figuratively, μεταφορικά η απότομη πτώση ενός αριθμητικού / στατιστικού μεγέθους βουτιά έκανε χτες ο τραπεζικός δείκτης στο χρηματιστήριο

In English

  • dive a jump into water

Talk about this word

Cite this
MLA

"βουτιά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βουτιά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%AC

Chicago

"βουτιά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%AC.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βουτιά},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%AC},
  urldate = {2026-11-07}
}