βούλωμα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βούλωμα
Where it comes from
βούλωμα < βουλώνω + -ωμα
noun βούλωμα · βουλώματα · βουλώματος · βουλωμάτων
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βουλώνω ※ Διαλέγω εγώ κάτι ψωμάρες, που είναι και οι τρεις θεϊκές, αφρός· να' χεις τέτοιο ψωμί, να' χεις και φρέσκο βούτυρο ελαφρώς αλατισμένο, να' χεις και αρτηρίες έτοιμες ζεστές ζεστές για βούλωμα και δεν θες τίποτ' άλλο. (Αύγουστος Κορτώ, Φωτιά στα σαββατόπαχα, εκδ. Πατάκη, 2018)
- οτιδήποτε χρησιμοποιείται για να βουλώσει κάποιος κάτι
Talk about this word "βούλωμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CF%89%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. βούλωμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CF%89%CE%BC%CE%B1 "βούλωμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CF%89%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βούλωμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CF%89%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}