βούρδουλας
Ελληνικά
AI わかりやすく
短い説明を書いています…
下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。
βούρδουλας¹
由来
βούρδουλας < μεσαιωνική ελληνική βούρδουλας < πιθανόν από το βουδόρος ή το τουρκικό vurdum (αόριστος του vurmak)
名詞 βούρδουλας · βούρδουλες · βούρδουλα · βουρδούλων
- το μαστίγιο
- η μαστίγωση
- ο καταναγκασμός
Βούρδουλας²
由来
Βούρδουλας < → λείπει η ετυμολογία
固有名詞 Βούρδουλας · Βουρδουλαίοι · Βούρδουλα · Βουρδουλαίων · Βουρδουλαίους
- ανδρικό επώνυμο
この単語について話す "βούρδουλας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B4%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. βούρδουλας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B4%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B1%CF%82 "βούρδουλας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B4%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B1%CF%82.引用する
@misc{micwyn_2026,
title = {βούρδουλας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B4%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}